Γιοκοχάμα

Γιοκοχάμα
η г. Иокогама

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "Γιοκοχάμα" в других словарях:

  • Γιοκοχάμα — (Yokohama). Πόλη (3.375.772 κάτ. το 2000) της κεντρικής Ιαπωνίας στη νήσο Χονσού, πρωτεύουσα του νομού Καναγκάβα. Βρίσκεται στην πεδιάδα του Κουαντό και μαζί με το κέντρο του Καβασάκι, αποτελεί τον νότιο πυρήνα του αστικού συγκροτήματος του Τόκιο …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Τόκιο — Πόλη (11.680.282 κάτ.) της κεντρικής Ιαπωνίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού Χονσού, πρωτεύουσα του κράτους και του ομώνυμου νομού (2.166 τ. χλμ.). Βρίσκεται στη βόρεια ακτή του ομώνυμου κόλπου, στα όρια της Πεδιάδας Καντό, και απλώνεται… …   Dictionary of Greek

  • μαλλί — Κοινή ονομασία για το έριο, υφαντική ίνα η οποία λαμβάνεται κυρίως από το τρίχωμα του προβάτου, αλλά και άλλων μηρυκαστικών θηλαστικών όπως το μ. αλπακά, βικούνιας, λάμας, καμήλας, καθώς και το μ. μοχέρ (από την capra angorensis) και κασμίρ (από… …   Dictionary of Greek

  • ναυπηγείο — Κάθε συγκρότημα που κατασκευάζει, εξοπλίζει, επισκευάζει ή μετασκευάζει εμπορικά ή πολεμικά πλοία. Εκτός από τις κλίνες ή τις δεξαμενές, όπου κατασκευάζεται το σκάφος, το ν. περιλαμβάνει κυρίως ένα τεχνικό γραφείο που σχεδιάζει το πλοίο… …   Dictionary of Greek

  • ΒAN — (αρκτικόλεξο από τα αρχιγράμματα των επιθέτων των καθηγητών Βαρώτσου, Αλεξόπουλου και Νομικού). Μέθοδος πρόβλεψης των σεισμών. Η μέθοδος ΒΑΝ βασίζεται στην έρευνα των λεγόμενων ανωμαλιών του πλέγματος των στερεών, ενός πεδίου της φυσικής… …   Dictionary of Greek

  • Ειρηνικός ωκεανός — (αγγλ. Pacific Ocean). Θαλάσσια έκταση (166.000.000 τ. χλμ, 180 εκατ. τ. χλμ. μαζί με τις εσωτερικές συνεχόμενες θάλασσες) που εκτείνεται από τις αρκτικές έως τις ανταρκτικές περιοχές. Είναι ο μεγαλύτερος σε βάθος και έκταση ωκεανός της υδρογείου …   Dictionary of Greek

  • επικοινωνίας, οδοί — Κατευθυντήριες που ακολουθεί ο άνθρωπος στις μετακινήσεις του. Είναι δυνατόν να είναι χερσαίες (οδικές και σιδηροδρομικές), ποτάμιες ή σε πλωτές διώρυγες, λιμναίες, θαλάσσιες και εναέριες. Ο άνθρωπος επεμβαίνει με την εργασία του μόνο σε ό,τι… …   Dictionary of Greek

  • Καβασάκι — Πόλη (1.249.851 κάτ. το 2000) και λιμάνι της Ιαπωνίας. Bρίσκεται στον νομό Κανάγκαβα του νησιού Χονσού. Η πόλη είναι χτισμένη στη δυτική ακτή του κόλπου του Tόκιο, στις εκβολές του ποταμού Tάμα, και εντάσσεται στη βιομηχανική περιοχή Τόκιο… …   Dictionary of Greek

  • Κόμπε — (Kobe). Πόλη (1.493.595 κάτ. το 2000) της Ιαπωνίας, πρωτεύουσα του νομού Χιόγκο (8.381 τ. χλμ., 5.550.573 κάτ.). Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού Χονσού. Παλαιότερα η πόλη ήταν γνωστή με την ονομασία Oβάντα. Εκτείνεται στα Β ανάμεσα στα βουνά …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»